σταλαχτός


σταλαχτός
-ή, -ό, Ν
βλ. σταλακτός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σταλαχτός — ή, ό αυτός που πέφτει κατά σταγόνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φωτοστάλαχτος — η, ο, Ν φωτόλουστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο) * + σταλαχτός (< σταλάζω), πρβλ. μελι στάλαχτος] …   Dictionary of Greek

  • σταλακτός — ή, ό / σταλακτός, ή, όν, ΝΑ, και σταλαχτός, ή, ό, Ν [σταλάσσω / σταλάζω] νεοελλ. (για υγρό) αυτός που σταλάζει, που χύνεται σταγόνα σταγόνα αρχ. ο στακτος, αυτός που προήλθε από στάλαξη …   Dictionary of Greek

  • ψακαστός — ή, όν, Α [ψακάζω] σταλαχτός («ψακαστὸν μύρον», Εφιππ.) …   Dictionary of Greek

  • ωριοστάλαχτος — η, ο, Ν αυτός που στάζει ομορφιά, πολύ όμορφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ώριος + σταλαχτός (< σταλάζω)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.